Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Τα βάσανα ενός Σουμέριου μαθητή το 2000 π.Χ.

Πηγή: www.lifo.gr

Κοπιαστικές αντιγραφές, σωματικές τιμωρίες και η αξία της δωροδοκίας σε μια πινακίδα σφηνοειδούς γραφής από τη Μεσοποταμία.
   
«Μαθητή που πήγες όταν ήσουν μικρός;» «Πήγα σχολείο» «Τι έκανες στο σχολείο;» 
Το εύρημα Πινακίδα σφηνοειδούς γραφής
από τη Nippur (σημερινό Ιράκ)


«Διάβασα την πινακίδα μου, έφαγα το κολατσιό μου, προετοίμασα την πινακίδα μου, την έγραψα, την τέλειωσα. Έπειτα μου δόθηκαν οι προετοιμασμένες μου γραμμές και το απόγευμα τα προετοιμασμένα μου χειρόγραφα. Όταν τέλειωσε το σχολείο γύρισα στο σπίτι μου. Μπήκα στο σπίτι κι εκεί καθόταν ο πατέρας μου. Μίλησα στον πατέρα μου για τα χειρόγραφά μου, έπειτα του διάβασα την πινακίδα μου και ο πατέρας μου χάρηκε. Πραγματικά ο πατέρας μου ήταν ευχαριστημένος. «Διψάω, δώσε μου να πιώ, πεινάω, δώσε μου ψωμί, πλύνε μου τα πόδια, στρώσε το κρεβάτι, θέλω να κοιμηθώ. Ξύπνα με νωρίς το πρωί, δεν πρέπει να αργήσω, γιατί ο δάσκαλος μου θα με δείρει.» Όταν ξύπνησα νωρίς το άλλο πρωί, είδα τη μητέρα μου και της είπα: «Δώσε μου το κολατσιό μου, θέλω να πάω στο σχολείο.» Η μητέρα μου μού έδωσε δυό ψωμάκια κι έφυγα. Η μητέρα μου μού έδωσε δυό ψωμάκια, πήγα στο σχολείο. Στο σχολείο ο επιστάτης μου είπε: «Γιατί άργησες;» Φοβήθηκα, η καρδιά μου χτύπαγε γρήγορα. Μπήκα στην τάξη μπροστά στο δάσκαλό μου, έκατσα στη θέση μου. Ο δάσκαλός μου μού διάβασε την πινακίδα μου, μου είπε «αυτό λείπει» και με έδειρε με το καλάμι. Ο δάσκαλός μου μου έφερε την πινακίδα μου. Ο επιστάτης της αυλής μου είπε «γράψε» κι έκατσα σε ένα ήσυχο μέρος, πήρα και έγραψα την πινακίδα μου. Ο δάσκαλος μου είπε «Γιατί όταν έλειπα μίλαγες;» και με έδειρε με το καλάμι. Ο δάσκαλος μου είπε «Γιατί όταν έλειπα δεν κράταγες ψηλά το κεφάλι σου;» και με έδειρε με το καλάμι. Ο δάσκαλος του σχεδίου μου είπε «Γιατί όταν έλειπα σηκώθηκες όρθιος;» και με έδειρε με το καλάμι. Ο επιστάτης της πύλης μου είπε «Γιατί όταν έλειπα βγήκες έξω;» και με έδειρε με το καλάμι. Ο δάσκαλος των Σουμεριακών μου είπε «Μίλαγες» και με έδειρε με το καλάμι. Ο δάσκαλος μου είπε «Το χέρι σου δεν είναι καλό» και με έδειρε με το καλάμι. Αμέλησα την τέχνη του γραφέα, εγκατέλειψα την τέχνη του γραφέα. την τέχνη να γίνω νεαρός γραφέας, την τέχνη να γίνω «μεγάλος αδελφός». Ο δάσκαλός μου δεν με έμαθε την τέχνη της γραφής. [Στο σημείο αυτό το κείμενο λείπει ή είναι ασαφές, αλλά εννοείται ότι ο μαθητής αφηγείται τα βάσανά του στον πατέρα του] Κάλεσαν τον δάσκαλο από το σχολείο. Με το που μπήκε στο σπίτι τον έκατσαν σε θέση τιμητική. Ο μαθητής πήρε ένα κάθισμα κι έκατσε κάτω μπροστά του. Ό,τι είχε μάθει από την τέχνη του γραφέα τα αφηγήθηκε στον πατέρα του. Ο πατέρας, με χαρούμενη καρδιά, λέει ευτυχισμένος στον δάσκαλο: «Έδωσες ευχέρεια στο χέρι του μικρού, τον έκανες ειδικό, του έδειξες όλα τα λεπτά σημεία της τέχνης της γραφής. Του έδειξες όλες τις λεπτομέρειες της κατασκευής της πινακίδας, των μαθηματικών και της λογιστικής Φέρτε καλό κρασί, φέρτε ένα υποπόδιο, φέρτε καλό λάδι, δώστε του να φορέσει καινούργιο ένδυμα, δώστε του ένα δώρο, βάλτε στο χέρι του δακτυλίδι» Του φέρνουν κρασί, του φέρνουν υποπόδιο, φέρνουν το λάδι, του έδωσαν να φορέσει καινούργιο ένδυμα, του έδωσαν δώρο, του φόρεσαν δακτυλίδι. Ο δάσκαλος με χαρούμενη καρδιά είπε αυτά τα λόγια: «Νεαρέ, επειδή δεν αμέλησες τα λόγια μου, δεν τα αγνόησες, θα φτάσεις στην κορυφή της τέχνης της γραφής, θα την κατακτήσεις πλήρως. Επειδή μου έδωσες αυτά που σε καμιά περίπτωση δεν ήσουν υποχρεωμένος να μου δώσεις, μου χάρισες δώρο πολύ μεγαλύτερο από το μισθό μου, μου έδειξες μεγάλη τιμή, είθε η Νιντάμπα, η βασίλισσα των θεοτήτων, να σε προστατεύει, να δείχνει εύνοια στην πένα σου, να πάρει το κακό από τα χειρόγραφά σου. Στα αδέλφια σου, θα είσαι ο οδηγός, στους συμμαθητές σου, θα είσαι ο αρχηγός, θα είσαι ο καλύτερος από όλους τους μαθητές. Νεαρέ, έχεις ήδη έναν πατέρα, μα εγώ θα είμαι δεύτερος θα σου μιλήσω, θα ορίσω τη μοίρα σου: αληθινά ο πατέρας και η μητέρα σου θα σε υποστηρίξουν στο ζήτημα αυτό, αυτό που πρέπει στην Νιντάμπα, αυτό που ταιριάζει στη θεά, θα της προσφέρουν αφιερώματα και προσευχές. Εκπλήρωσες σωστά τα καθήκοντα του σχολείου, έγινες άνθρωπος της γνώσης. Δόξασες την Νιντάμπα, την βασίλισσα του οίκου της μάθησης.» Δόξα τη Νιντάμπα!




Άγαλμα του διάσημου Σουμέριου γραφέα
 Dudu, Lagash, περίπου 2400 π.Χ.


 
Οι πινακίδες σφηνοειδούς γραφής από την αρχαία Μεσοποταμία διασώζουν ένα πλήθος εγγράφων, επί το πλείστον διοικητική αλληλογραφία, ύμνους για βασιλείς και θεούς και μυθολογικές αφηγήσεις. Υπάρχουν όμως και ορισμένα κείμενα που αποκαλύπτουν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες πτυχές της ζωής γι'αυτή τη μακρινή εποχή, όπως το παραπάνω που αφηγείται τις ταλαιπωρίες της σχολικής ζωής ενός νεαρού Σουμέριου μαθητή που εκπαιδευόταν να γίνει γραφέας. Η ιστορία του μαθητή, που μετέφρασα εδώ από την αγγλική μεταγραφή της (παραλείποντας λιγα κομμάτια όπου οι πινακίδες είναι αποσπασματικές), χρονολογείται το 2000 π.Χ. και είναι γνωστή από 21 διαφορετικές πινακίδες που έχουν βρεθεί σε διάφορες θέσεις της αρχαίας Μεσοποταμίας. Η ευρεία διασπορά της οφείλεται στο γεγονός ότι την χρησιμοποιούσαν στα σχολεία ως κείμενο για να μάθουν οι μαθητές αντιγραφή –προφανώς με ευχάριστο, παιγνιώδη τρόπο, γελώντας δηλαδή κατά κάποιον τρόπο με τα βάσανα της σχολικής ζωής τους (ή μήπως υποδεικνύοντας τον τρόπο να γλυτώσουν από αυτά τα βάσανα;). Στo σχολείo, που ονομαζόταν edubba («οίκος των πινακίδων») πήγαιναν οι μαθητές των οικογενειών που είχαν οικονομική άνεση και μπορούσαν να πληρώνουν τα δίδακτρα προκειμένου να μάθουν τα παιδιά την τέχνη της γραφής. Διευθυντής του σχολείου ήταν ένας έμπειρος γραφέας που είχε συνήθως έναν βοηθό, «τον μεγάλο αδελφό», και ειδικούς καθηγητές για το σχέδιο. Οι μαθητές είχαν μόνον 6 μέρες το μήνα ξεκούραση και έτρωγαν ξύλο για διάφορους λόγους: επειδή αργοπορούσαν το πρωί, μιλούσαν ή σηκώνονταν όρθιοι χωρίς άδεια ή δεν έκαναν καλή δουλειά. Η Νιντάμπα ήταν η θεά-προστάτιδα της γραφής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...